Friday, November 11, 2011

11 / 11 / 11

.
Γεια ;)

Περιέργως πολύς κόσμος θυμήθηκε σήμερα το enteka. Ακόμα κι εγώ.

Εύχομαι ολόψυχα να περνάτε καλά





xxx




Friday, May 13, 2011

Για όποιον μπαίνει εδώ μέσα περιμένοντας κάτι καινούριο :)



Γράφω πολλά, συνέχεια. Άλλα είναι χάλια, άλλα είναι καλύτερα. Όλα βρίσκονται στο μπλογκ μου στο Lifo.gr.

Όποιος λοιπόν μπαίνει εδώ περιμένοντας κάτι καινούριο, θα με βρει εκεί.

Bits and Pieces.


ΥΓ. Και όσοι μου λένε, "μα, δε γράφεις προσωπικά ποστ εκεί όπως έγραφες στο enteka" ας ρίξουν ξανά μια ματιά εκεί. Κάθε τόσο η έμπνευση έρχεται και στην ετικέτα EGO TRIP βάζω ό,τι θυμάμαι - και χαίρομαι. Υπάρχουν ήδη πάρα πολλά τέτοια ποστ εκεί.


Ευχές!

:) άρης

 



Wednesday, January 12, 2011

Tα πάρτι γενεθλίων της γάτας μας.

.


Οι γονείς μου φρόντιζαν την Νταίζη στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής της (η αδερφή μου την φρόντισε με αγάπη στα πρώτα χρόνια της ζωής της) και μετά το θάνατό της δεν ξαναπήραν άλλη γάτα.

Εγώ είχα μια περίεργη σχέση μαζί της. Μια σχέση καχυποψίας, όπου ο βασικός καχύποπτος ήμουν εγώ. Την βιντεοσκοπούσα – περίμενα να κάνει κάτι αστείο ή εντυπωσιακό, αλλά συνήθως τριβόταν πάνω μου και με οδηγούσε στην κουζίνα με απώτερο σκοπό να ταϊστεί. Περπατούσα στο σπίτι και μπλέκονταν στα πόδια μου, επίτηδες, για να με εμποδίσει να κάνω οτιδήποτε άλλο απ’ το να της δώσω να φάει. Όταν έτρωγε γουργούριζε και ερχόταν στην αγκαλιά μου καθώς έβλεπα τηλεόραση και χαιρόμουν. Δεν την άντεχα για πολύ όμως: με γέμιζε τρίχες, τα νύχια της με ενοχλούσαν. Άντε φύγε, της έλεγα, και πριν περάσει πολλή ώρα νιαούριζε και πάλι για να φάει. Πάντα ήθελα να αναπτύξω μια στενή σχέση μαζί της, να δοθώ ολοκληρωτικά, αλλά πάντα το ανέβαλλα. Πίστευα ότι θα είναι για πάντα εκεί – ή αν όχι για πάντα για τουλάχιστον καμιά δεκαριά χρόνια ακόμα.

Θυμάμαι που γιορτάζαμε τα γενέθλια της Νταίζης – και αυτό είναι που τα ξεκίνησε όλα. Μαζευόμασταν στο σαλόνι, η πυρηνική οικογένεια και ο Γιώργος και προσπαθούσαμε να την τιμήσουμε, να της δώσουμε να καταλάβει πως κάτι ξεχωριστό συνέβαινε εκείνο το Αυγουστιάτικο βράδυ, κάθε χρόνο.

Είχαμε τούρτα, μουσική, περίεργα καπέλα. Φουσκώναμε πολύχρωμα μπαλόνια που έγραφαν Happy Birthday. Της παίρναμε δωράκια. Τα λέγαμε μεταξύ μας, πίναμε και λιγάκι. Διασκεδάζαμε κι εγώ τραβούσα με την κάμερα. Η κάπως αυθαίρετη τοποθέτηση της ημέρας γέννησης της γάτας μας, που την γιορτάζαμε κάθε καλοκαίρι, ήταν ευκαιρία για χαζομάρες καθώς αυτή τριβόταν χαδιάρικα, ή αδιαφορούσε πλήρως, ή έτρεχε να βρει φαγητό.

Για το πάρτι γενεθλίων της την ταΐζαμε σολομό. Ελπίζαμε πως το εκτιμούσε. Μετά φωτογραφιζόμασταν με την τούρτα, φορούσαμε κι άλλα γελοία εορταστικά καπελάκια και βάζαμε μουσική. Η Νταίζη δεν καταλάβαινε τίποτα. Ή τα καταλάβαινε όλα αλλά δεν είχε τρόπο να το δείξει.

Πέθανε πριν χρόνια η Νταίζη, νεότερη απ’ ό,τι έπρεπε και την μνημονεύουμε συχνά. Κοιτούσε το νερό. Αυτό έκανε τις τελευταίες εβδομάδες της ζωής της, πριν καν καταλάβουμε ότι κάτι πήγαινε στραβά. Κοιτούσε το νερό της για ώρες, χωρίς ενέργεια, χωρίς ενδιαφέρον για κάτι άλλο – ούτε καν για το φαγητό που μέχρι τότε έμοιαζε να είναι ο σημαντικότερος λόγος ύπαρξής της. Μερικές φορές την είχα βρει πάνω στη λεκάνη της τουαλέτας: πατούσε στο ανοιχτό καπάκι, λες και θα πηδούσε μέσα και κοιτούσε μέσα στο νερό, θλιμμένη, τελείως θλιμμένη. Ήταν περίεργο, και ανατριχιαστικό.

Λίγους μήνες μετά την έκανα και ηρωϊδα του πρώτου μου βιβλίου - το έγραφα την περίοδο που ήταν άρρωστη: τα παιδιά με τις μαγικές δυνάμεις προσπαθούσαν να σώσουν τη γάτα τους τη Νταίζη που ήταν φυλακισμένη μέσα σε πίνακες μιας παράξενης πινακοθήκης, σ’ ένα κάστρο στο Νησί των Χριστουγέννων. Κι εγώ ήθελα να είχα μαγικές δυνάμεις και να πετούσα στην κλινική ζώων στο Πανόραμα που την είχαν (της έβαλαν και ορό!) και να την έσωζα.

Τις προάλλες, σ’ έναν τοίχο με φωτογραφίες στο σπίτι της αδερφής μου είδα μια φωτογραφία από ένα πάρτι γενεθλίων της γάτας: στο παλιό μας σπίτι στο Καραμπουρνάκι (αυτό που σχεδόν κάθε βράδυ βλέπω στον ύπνο μου) φορούσαμε τα καπέλα, κρατούσαμε τα μπαλόνια, χαμογελούσαμε στην κάμερα που ήταν προγραμματισμένη να τραβήξει φωτογραφία. Η Νταίζη δεν φαινόταν πουθενά.


----------------------



* Το, μάλλον χαριτωμένο, πάρτι γενεθλίων μιας (άλλης, που επίσης δεν έχει ιδέα τι γίνεται γύρω της) γάτας.




--------------------


* ΒitsAndPieces, κάθε μέρα εδώ



 

Saturday, December 18, 2010

Τα Χριστούγεννα στης Γιαγιάς Έλλης

.
.
(Παινεύοντας το σπίτι μας για να μη μας πλακώσει)




Χριστούγεννα στης Γιαγιάς Έλλης


Εκεί πηγαίναμε στα ‘80ς για μεσημεριανό φαγητό κάθε Χριστούγεννα.

Καθώς ετοιμαζόταν το φαγητό και οι μεγάλοι κάπνιζαν κι έπιναν, η αδερφή μου κι εγώ ψάχναμε τα βιβλία του σπιτιού και ξεκοκαλίζαμε τις εφημερίδες – θυμάμαι το Ποντίκι, την Πρώτη και την Ελευθεροτυπία. Στην λευκή κουζίνα που θύμιζε λίγο κλινική μύριζε ούζο και μεζεδάκια. Οι μικροί συζητούσαμε για το πόσα βγάλαμε απ’ τα κάλαντα και σε κάποια στιγμή υποχρεωτικά κατεβαίναμε με τις ξαδέλφες μου στη Δημητρίου Γούναρη και χτυπούσαμε τα κουδούνια πιστεύοντας πως κάναμε κάτι συναρπαστικά ρηξικέλευθο.

Μετά ανεβαίναμε πάλι με το ασανσέρ (ζήλευα πολύ τις πολυκατοικίες που είχαν ασανσέρ) και θα αλωνίζαμε στο σπίτι που μας φαινόταν τεράστιο. Στεκόμασταν μπροστά απ’ τα καταπληκτικά στη λεπτομέρειά τους εργόχειρα της γιαγιάς Έλλης που τα είχαν βάλει σε τεράστιες κορνίζες και κάναμε ότι γυρίζαμε ταινίες. Βλέπαμε στην ασπρόμαυρη τηλεόραση ένα απ’ τα δύο κανάλια που πιάναμε τότε, αν ήμασταν τυχεροί θα έπαιζε κάποιο εορταστικό επεισόδιο της Χιλιοποδαρούσας.

Όταν μας φώναζαν ξανά και ξανά πηγαίναμε στο τραπέζι και τρώγαμε ό,τι είχε φτιάξει η γιαγιά και ακούγαμε τους μεγάλους να λένε πράγματα ακαταλαβίστικα για τον Τρίτση και τον Σαρτζετάκη και την Μιμή. Μετά -πού τη βρίσκαμε την ενέργεια και την απροσποίητη χαρά;- κρυβόμασταν και περιμέναμε να εμφανιστεί ο παππούς στο σαλόνι για να τον τρομάξουμε, παίζαμε τόμπολα, βγαίναμε στο μπαλκόνι και κοιτούσαμε τη θάλασσα, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης.

Και μετά, το θυμάμαι καθαρά γιατί γινόταν σχεδόν κάθε Χριστούγεννα, αφού τρώγαμε και το γλυκό και μας έπιανε μια γλυκιά νύστα, κάποιος μεγάλος ήθελε δεν ήθελε μας πήγαινε σινεμά, σε κάποια ταινία κινουμένων σχεδίων. Πηγαίναμε στα Ηλύσια που ήταν δίπλα στο σπίτι, ή στον Έσπερο, ή στο Ναυαρίνον ή στο Παλλάς, όλα τους εκεί γύρω. Και βλέπαμε ταινίες της Ντίσνεϊ – κάποιες είχαν μόλις κυκλοφορήσει, άλλες ήταν κλασικές και τα σινεμά τις ξαναέβαζαν για τις γιορτές.

Η καλύτερη ταινία που είδαμε ένα τέτοιο απόγευμα, νομίζω την ημέρα των Χριστουγέννων του 1989, ήταν το Μπερνάρ και Μπιάνκα (The Rescuers μαθαίνω σήμερα ότι λεγόταν στην πραγματικότητα), με τα δύο ποντίκια που ταξιδεύουν στην πλάτη ενός πουλιού για να σώσουν ένα κοριτσάκι που το κρατάει φυλακισμένο η κακιά της υπόθεσης Μαντάμ Μέδουσα - φυλακισμένο σ’ ένα πηγάδι να ψάχνει για το μεγάλο διαμάντι πριν έρθει η παλίρροια, πριν το κατασπαράξει ο κροκόδειλος.

Χρόνια πριν είχαμε αγοράσει την κασέτα της ταινίας, έτσι την είχα ακούσει εκατό φορές πριν καν δω την ταινία και ταιριάξω τελικά τους ήχους, τις μουσικές και τους διαλόγους που ήδη ήξερα με τις εικόνες που έβλεπα τελικά τότε...


...


Δεν μπορώ να σκεφτώ τα Χριστουγεννα στης Γιαγιάς Έλλης χωρίς να δω το πρόσωπό της (έχει πεθάνει εδώ και 15 χρόνια, τουλάχιστον) ή χωρίς να μυρίσω το κοτόπουλο και τις πατάτες φούρνου της. Δεν μπορώ να σκεφτώ τα Χριστούγεννα των ‘80ς μου χωρίς τα γέλια των συγγενών και τις περιπέτειες σε μια κουταλιά νερό, στο σπίτι εκείνο στη Δημητρίου Γούναρη.

Κυρίως όμως δεν μπορώ να τα σκεφτώ χωρίς να νιώσω μια ανατριχιαστική προσμονή για μια σκοτεινή αίθουσα. Όταν όλοι οι οικογενειακοί εορτασμοί έχουν τελειώσει εκεί θέλω πάντα να επιστρέφω, στο σκοτάδι, στις κινούμενες εικόνες, στα αχνά χρώματα, στη γλυκιά νύστα πάνω σε εορταστικές, απαλές πολυθρόνες κινηματογράφου.

Εκεί θα επιστρέψω και φέτος: στο σκοτάδι - και στην ασφάλεια αυτού που τώρα αποκαλώ γλυκόπικρη παιδική ηλικία, αλλά τότε αποκαλούσα απλώς Σήμερα.

 

Καλές γιορτές
 
------------------------
 
*bits and pieces
 
 


Wednesday, December 01, 2010

Έντεκα λεπτομέρειες του Κήπου των Επίγειων Απολαύσεων - και μια αγχωμένη εικαστική επίσκεψη.

.
.
*** Παρένθεση: εδώ και καιρό, όπως είχα ανακοινώσει απ' τον Μάιο, το enteka φιλοξενεί μόνο περιστασιακά αυτοβιογραφικά μίνι-διηγήματα. Κάτι που γίνεται αρκετά σπάνια - και έτσι θα συνεχίσει. Η υπόλοιπη (καθημερινή μάλιστα) ιντερνετική μου παρουσία είναι πια στο twitter και στο bits and pieces. Όπως είναι προφανές όμως, αντί να κλείσω το enteka θέλω να υπάρχει κι ας βρίσκω έμπνευση μόνο λίγες φορές το χρόνο: ο βασικός λόγος είναι πως έχει τεράστιο αρχείο θεμάτων (το ημερολόγιο του δεύτερου μισού της δεκαετίας μου των '00ς), έχει πλάκα - και είναι φτιαγμένο με αγάπη. ;)

---




Ο Κήπος των Επίγειων Απολαύσεων 


Το τελευταίο πρωί στη Μαδρίτη ξυπνήσαμε νωρίτερα απ’ ό,τι έπρεπε και, κάνοντας αγώνα δρόμου, τρέξαμε στο Πράντο.

Οκτώ μέρες είχαμε μείνει στη Μαδρίτη και κάθε μέρα λέγαμε πως θα πηγαίναμε στο Πράντο, τη μία όμως είχε πολύ ήλιο και γιατί να κλειστούμε σ’ ένα μουσείο, την άλλη έβρεχε πολύ και πώς να πηγαίνουμε τώρα, την τρίτη χάσαμε το δωρεάν ωράριο, τη μέρα πριν να φύγουμε ήταν κλειστό.

Έτσι ο κλήρος έπεσε στο τελευταίο πρωί. Αν θέλαμε να πάμε, έπρεπε να ξυπνήσουμε απ’ τα άγρια χαράματα και, κουβαλώντας την πραμάτεια μας, να ζήσουμε μια στενά χρονομετρημένη περιπέτεια.

Ξέραμε πως το Πράντο ήταν γεμάτο με καλή τέχνη, πίνακες των σπουδαίων δασκάλων (πράγματα που θεωρώ κάπως βαρετά). Όμως ο λόγος της αγχωτικής επίσκεψής μας ήταν ένας και μοναδικός: να βρούμε την αίθουσα 56:Α, να πάμε δηλαδή εκεί που βρίσκεται το τρίπτυχο του Ιερώνυμου Μπος “The Garden of Earthly Delights”.

Όταν βιάζεσαι και φοβάσαι ότι θα χάσεις το αεροπλάνο, και τα φυλλάδια με οδηγίες στα αγγλικά έχουν εξαντληθεί (αν υπήρξαν ποτέ!), και οι φύλακες δεν βοηθούν καθόλου, και το 56 το βρίσκεις, το 56:Β το βρίσκεις άλλα το 56:Α που ψάχνεις είναι αναγκαστικά χωμένο κάπου και δε συνορεύει ούτε με το 55 ούτε με το 57, τότε λοιπόν το μόνο που σε νοιάζει είναι να τρέξεις και να σπρώξεις αγουροξυπνημένους επισκέπτες που άγνωστο γιατί ήθελαν να πάνε στο Πράντο στις 9 το πρωί.

Έτσι όπως τα είχαμε χρονομετρήσει, μπορούσαμε να διαθέσουμε πέντε περίπου λεπτά στο μουσείο, πριν φύγουμε τρέχοντας για να πάρουμε το μετρό για αεροδρόμιο. Και τα τέσσερα απ’ τα πέντε λεπτά είχαν περάσει στους δαιδαλώδεις διαδρόμους και στα δωμάτια με την εκνευριστικά μπερδεμένη αρίθμηση.

Οι θυσίες που είχαμε κάνει (κυρίως το πρωινό ξύπνημα, που όπως δήλωσε κάποιος πρόσφατα είναι η μάστιγα του αιώνα) μας έκαναν να επιμείνουμε και να δικαιωθούμε.

Ο Κήπος του Μπος είναι ένας πίνακας τόσο πυκνός που κοντεύει να σε τρελάνει. Παντού γίνεται κάτι και πόσο φαίνεται αυτό όταν τον κοιτάς μεγάλο και επιβλητιικό – κρεμασμένο σ’ έναν ολόκληρο τοίχο!

Όσες φορές κι αν είχα δει αυτό το αριστούργημα σε αντίγραφα, όσο κι αν είχα προσπαθήσει να εντοπίσω και να μελετήσω τις λεπτομέρειές του, τίποτα δεν με είχε προετοιμάσει για αυτό.

Τα μάτια μου έκαναν βιαστικά ζιγκ ζαγκ στον τεράστιο πίνακα, προσπάθησα να ρουφήξω όσες περισσότερες λεπτομέρειες μπορούσα, προσπάθησα να βιώσω την αφήγηση από αριστερά προς τα δεξιά, απόρρησα άλλη μια φορά με την εξωπραγματική φαντασία ενός ζωγράφου που είχε γεννηθεί το 1450 (και που ακόμα και σήμερα δεν ξέρουμε αν έπαιρνε ναρκωτικά και τι, αν ήταν παρανοϊκός, ή στην τελική πώς εμφανίστηκαν αυτές οι εικόνες στο μυαλό του).  

Μέχρι να τελειώσει το ένα λεπτό που μπορούσαμε να διαθέσουμε, κι ενώ οι λέξεις 'μαγικά μανιτάρια' κουδούνιζαν στο μυαλό μου, χάθηκα για λίγο στις αλλόκοτες εικόνες...

Και μετά, το λεπτό τελείωσε (περιέργως μου φάνηκε πως κράτησε πολύ περισσότερο), τρέξαμε αριστερά-δεξιά ψάχνοντας την έξοδο, πέσαμε πάνω στο μαγαζάκι και αρπάξαμε ότι σχετικό βρήκαμε πρόχειρο -μεγεθυντικούς φακούς, σελιδοδείκτες, μαγνητάκια ψυγείου, καρτ ποστάλ με λεπτομέρειες του Κήπου- και πληρώσαμε κοιτώντας το ρολόι.   

Και κρατώντας στα χέρια τα αναμνηστικά (και στα μάτια το μετείκασμα) ακολουθήσαμε τρέχοντας τα βέλη εξόδου, μπλεχτήκαμε στην πόρτα, ζητήσαμε συγνώμη από μια κυρία που ρίξαμε στο πάτωμα και ορμήξαμε έξω, στο πρωινό φως, ξανά, μαζί, χορτάτοι...


--


Έντεκα απ' τις χιλιάδες λεπτομέρεις






















----------------------------

*Περισσότερα για το τρίπτυχο

**Κάθε μέρα Bits and Pieces, εδώ.





Wednesday, October 27, 2010

Έντεκα βιβλία αφημένα σε ξενοδοχεία - και αυτό που προσπάθησα, μάταια, να ξεφορτωθώ εγώ.

.
.
Μια νέα έρευνα στη Βρετανία προσπάθησε να απαντήσει στην ερώτηση: Ποια βιβλία προσπαθεί ο κόσμος να ξεφορτωθεί στα ξενοδοχεία;
 
Να το Τοπ-10:




Και τώρα, αν έχετε λίγη ώρα, θα πω μια αληθινή ιστορία για να γίνουν τα βιβλία έντεκα…








Μονάχα ένα βιβλίο προσπάθησα να ξεφορτωθώ κάποτε σε ξενοδοχείο. Πριν από τρία χρόνια, είχα πάει ως συγγραφέας παιδικών βιβλίων να μιλήσω σ’ ένα δημοτικό σχολείο ενός μακρινού ελληνικού χωριού. Στο τέλος, η διευθύντρια του σχολείου, αφού με κέρασε άφθονες - κάπως αμφιλεγόμενες- τοπικές λιχουδιές, μου χάρισε όλο καμάρι τρεις ογκωδέστατους τόμους μιας λαογραφικής μελέτης για τον τόπο τους.

Χαίρομαι τρομερά όταν μου χαρίζουν βιβλία -ακόμα και για τους τόπους τους- όμως κάτι πήγαινε τώρα στραβά. Πρώτον: ήταν τα πρακτικά ενός περίεργου συνεδρίου, χιλιάδες σελίδες, χωρίς ούτε μία εικόνα, κακοτυπωμένες και εκ πρώτης όψεως πολύ βαρετές. Δεύτερον: Τα "βιβλία" είχαν ημερομηνία 1983, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. (Ενώ το ύφος των δασκάλων έλεγε πως κανονικά τα είχαν για πολτοποίηση.) Τρίτον: Ήταν ΠΑΡΑ πολύ βαριά. Πάρα πολύ. 

Σακούλα για να τα κουβαλήσω δεν βρέθηκε πρόχειρη και αφού ευχαρίστησα πήρα τα βιβλία στο χέρι με σκοπό να τα ξεφορτωθώ το συντομότερο στο χωριό που ήμουν, πριν επιστρέψω στο ξενοδοχείο της κοντινής πόλης.

Είχα μισή ώρα μέχρι να περάσει το ΚΤΕΛ κι έκανα μια σύντομη βόλτα χαρτογραφώντας τους κάδους ανακύκλωσης και ψάχνοντας για τον πιο βολικό - κάποιον που αν τα έριχνα δεν θα με έβλεπε κανείς. Όλοι όμως ήταν σε δημόσια θέα και, παρ’ όλο που οι δρόμοι ήταν άδειοι η παράνοια άρχισε να μου τριβελίζει το μυαλό.

Κι αν με παρατηρούσαν χωριανοί μέσα απ’ τα σπίτια και τις πίσω απ' τις κουρτίνες τους; Κι αν με έβλεπαν να πετάω τρία τεράστια βιβλία και τα αναγνώριζαν; Κι αν κάποιος ήταν ο σύζυγος της διευθύντριας και της το έλεγε; Ή κι αν η ίδια η διευθύντρια πήγαινε αργότερα να πετάξει κάτι και τα έβλεπε στον κάδο, πεταμένα – και τελείως απαξιωμένα; Η ιστορία του τόπου της, για τον οποίο πολέμησαν οι πρόγονοί της, πεταμένη στα σκουπίδια από έναν φαινομενικά ευγενικό αλλά στην πραγματικότητα διπρόσωπο και σατανικό, νεαρό συγγραφέα!

Η ατμόσφαιρα του μικρού, ήσυχου χωριού με είχε συντρίψει. Ήθελα να κάνω βόλτα αλλά τα χέρια μου πονούσαν απ’ το κουβάλημα. Έκοψα στα μουλωχτά τις πρώτες σελίδες των τριών τόμων (και στους τρεις υπήρχε συγκινητική, ίσως και υπερβολικά οικεία, αφιέρωση στο πρόσωπό μου.) Δεν υπήρχε άλλη λύση: έπρεπε οπωσδήποτε να πετάξω έστω και έναν τόμο, εδώ και τώρα!


Πλησίασα έναν κάδο, κοίταξα αριστερά και δεξιά και καθώς ετοιμαζόμουν να κάνω τη δουλειά μου άκουσα μια φωνή.

«Κύριε Δημοκίδη;» Γύρισα τρομαγμένος και βρέθηκα πρόσωπο με πρόσωπο με τον σχολικό σύμβουλο, που ήταν παρών νωρίτερα στις παρουσιάσεις στο σχολείο. Μιας και δεν με είχε πιάσει στην πράξη και δεν μπορούσε να αποδείξει τίποτα δεν θορυβήθηκα και τον ρώτησα για τυχόν αξιοθέατα του χωριού που θα μπορούσα να επισκεφτώ. Αξιοθέατα του χωριού; Γέλασε. Γέλασε πολύ. Όχι, κανένα αξιοθέατο.

Καθώς αποχωριζόμασταν νομίζω ότι κοίταξε τα βιβλία που κρατούσα. Ίσως να με καταλάβαινε, ίσως να του είχαν δώσει κι αυτού την βαριά αυτή τριπλέτα πρακτικών τοπικού συνεδρίου του 1983 όταν τον πρωτογνώρισαν. Ίσως να τα είχε κι αυτός πετάξει στον ίδιο, αυτό, κάδο ανακύκλωσης. Ίσως.

Κάποτε, σ έναν παράδρομο της ανατριχιαστικά άδειας πλατείας, βρήκα έναν κάδο, αφανή και πέταξα ταραγμένος έναν απ’ τους τρεις τόμους. Χώθηκα σχεδόν μέσα και αρπάζοντας χάρτινη σαβούρα απ’ τον πάτο σκέπασα το εν λόγω βιβλίο που τόσο γλαφυρά, χωρίς αμφιβολία, θα εξιστορούσε τις περήφανες περιπέτειες και το μεγαλείο αυτού του κομματιού γης.

Προς το τέρμα του χωριού βρήκα κι άλλο κάδο και επανέλαβα τη διαδικασία. Πάει κι ο δεύτερος, σκέφτηκα χαρούμενος. Μια μονομανία (ελλείψει κάποιου διασκεδαστικότερου πράγματος εκεί πέρα) με κυρίευσε. Άφησα ηδονικά, σχεδόν μαζοχιστικά, τον εαυτό μου να πάρει την γελοία αυτή ιστορία στα σοβαρά.

Θα πετούσα και τον τρίτο αν δεν άκουγα έναν ήχο, δε θυμάμαι τι ακριβώς ήταν. Στα ΚΤΕΛ συνάντησα και πάλι τον σύμβουλο. Έκρυψα το βιβλίο πίσω απ’ την πλάτη μου, ελπίζοντας να μην προσέξει ότι ο χάρτινος όγκος που κουβαλούσα είχε μειωθεί δραματικά.

Κάποτε έφτασα στην πόλη, όμως η παράνοια δεν με εγκατέλειψε, κυρίως επειδή ο σύμβουλος μου είχε πει πως η διευθύντρια έμενε στην πόλη – κοντά στο ξενοδοχείο που έμενα κι εγώ. Απαντώντας σε σχετική (δήθεν αθώα) ερώτησή μου ο άντρας με πληροφόρησε ότι η διευθύντρια θα έφτανε στην πόλη περίπου την ίδια ώρα με μας, με τ' αμάξι της...


Από κάποιo λανθασμένo εργονομικό υπολογισμό είχα πετάξει τους δύο ελαφρύτερους τόμους. Αυτός που είχα κρατήσει (1500 χοντρές σελίδες Α4) με βάραινε σ’ όλη τη διαδρομή μέχρι το ξενοδοχείο. Και παρ’ ό,τι οι κάδοι ανακύκλωσης με προκαλούσαν, η παράνοιά μου μου έλεγε πως δεν ήμουν ασφαλής, ενώ ταυτόχρονα άρχισα να σκέφτομαι μήπως ο σκουπιδιάρης του χωριού που θα άδειαζε τους κάδους με τους δύο ελαφρύτερους τόμους είχε τυχόν συγγενική σχέση με τη διευθύντρια ή, ακόμα χειρότερα, με τους συγγραφείς του ημι-ακαδημαϊκού πονήματος.

Έφτασα στο ξενοδοχείο, είδα τοπική τηλεόραση, μίλησα στο τηλέφωνο, μπήκα στο ίντερνετ, είδα κι άλλη τοπική τηλεόραση – και κάποτε ήρθε η ώρα να φύγω. Αποφάσισα να μην κουβαλήσω το ογκωδέστατο τέρας ως τη Θεσσαλονίκη και, θέλοντας επιτέλους να απαλλαγώ απ’ αυτό, σκέφτηκα να το αφήσω στο ξενοδοχείο.

Έπρεπε να το κρύψω κάπου που δεν θα το έβρισκαν εύκολα. Κάπου που ακόμα κι αν το έβρισκαν κάποτε δεν θα καταλάβαιναν ποιος το είχε αφήσει. Αλλά και που ακόμα και να το καταλάβαιναν, θα το καταλάβαιναν όταν εγώ θα ήμουν πολύ πολύ μακριά...

Δεν επέλεξα το κομοδίνο – πολύ εύκολο. Ούτε την ντουλάπα. Πέταξα το βιβλίο κάτω απ’ το διπλό κρεβάτι και έκανα δοκιμαστικές επιθεωρήσεις απ’ όλες τις πλευρές για να βεβαιωθώ πως δε φαινόταν από πουθενά και με τίποτα. Όντως ήταν σχεδόν αόρατο.

Χαιρέτισα τη ρεσεψιονίστ του ξενοδοχείου και ξεχύθηκα ελαφρύς σαν πούπουλο προς το ΚΤΕΛ. Είχα πια ξεχάσει την ιστορία και σκεφτόμουν αν προλάβαινα να πάω στο κλειστό παγοδρόμιο, όταν χτύπησε το τηλέφωνο με απόκρυψη. Το σήκωσα με βαριά καρδιά.

«Ο κύριος Δημοκίδης; Σας τηλεφωνώ απ’ το ξενοδοχείο.» Κατάλαβα πως την είχα πατήσει. Το παιχνίδι είχε τελειώσει. «Μ’ ακούτε; Ξεχάσατε ένα βιβλίο στο δωμάτιό σας. Δεν είχα το τηλέφωνό σας και έψαξα την κυρία που πλήρωσε για το δωμάτιό σας, την κυρία διευθύντρια.»


Διάφορες σκέψεις πέρασαν αστραπιαία απ’ το μυαλό μου. Λάιτ οργή: ήμουν σαν το κινούμενο σχέδιο που είχε δεμένη μια βόμβα πάνω του και όλο προσπαθούσε να την διώξει κι όλο αυτή επέστρεφε δριμύτερη. Επίσης: το σχολείο πλήρωνε λοιπόν για το δωμάτιο κι όχι ο εκδοτικός οίκος! Ακόμα περισσότερη ντροπή. Και τρίτον: πως στο διάολο βρήκε η καθαρίστρια μέσα σε δευτερόλεπτα το βιβλίο; Και γιατί, τέτοιο κελεπούρι, δεν το κράτησε για τον εαυτό της;

«Ααα...» μουρμούρισα, «τι καλά που το βρήκατε. Ευτυχώς! Έρχομαι να το πάρω». Γύρισα πίσω με κομμένα τα φτερά. Είχα επινοήσει ένα ψυχαναγκαστικό παιχνίδι στο οποίο ήμουν ο ήρωας και τα βιβλία ήταν ο Κακός - αλλά είχα μόλις χάσει.

Η ρεσεψιονίστ είχε το ύφος σωτήρα, μου χαμογέλασε πλατιά, ικανοποιημένη που είχε κάνει σωστά τη δουλειά της, που με είχε ξαναενώσει με το χαμένο μου αντικείμενο...


Δεν το πέταξα ποτέ. Δεν ήταν γραφτό να το αποχωριστώ – το κατανοώ. Βλέπω τώρα το χοντρό βιβλίο στο σαλόνι μου: προσπάθησα να το ξεφορτωθώ και στο χωριό και στο ξενοδοχείο, το κουβάλησα ως καλτ ενθύμιο 700 χιλιόμετρα, απέμεινε σκονισμένο και ταλαιπωρημένο σ'ένα ράφι εδώ και τρία χρόνια.

Παρέμεινε αδιάβαστο. Και αδιάβαστο θα παραμείνει. Κι όμως, παρά την εκούσια εκνευριστική του συμπεριφορά απέναντί μου, είναι, τελικά, ένα βιβλίο (και για λίγα μπορώ να το πω αυτό) που τη θέση του στη βιβλιοθήκη μου την κέρδισε με το σπαθί του.



* και κάθε μέρα ποστ στο Bits and Pieces.
.
.
.
.